Youropia Flag


19 Δεκεμβρίου 2011
Ειδήσεις
Σωκράτης Μάλαμας, ο πρίγκιπας
Ένα παραμύθι για τον πρίγκιπα της ελληνικής μουσικής…

Κωνσταντίνος Ι. Παπαπρίλης Πανάτσας

 

 


Α, καλά. Δεν είναι δυνατόν να περιγράψω φυσιολογικά. Δεν του ταιριάζει. Δεν ταιριάζει στη Youropia, δεν ταιριάζει και σε μένα. Άρα, θα σας πω ένα παραμύθι, για τον πρίγκιπα της ελληνικής μουσικής. Μια νύχτα που μας τύλιξε για δώρο. Στην Καστοριά. 


Δεν ξέρω αν έχετε δει την Καστοριά. Κι αν την έχετε στο μυαλό σας, δεν ξέρω αν την έχετε χειμερινή. Γυμνή από φύλλα, να καθρεπτίζεται στα νερά της λίμνης της. Σε πέπλα ομίχλης το πρωί, στα φώτα της που επιπλέουν χλομιασμένα τις νύχτες.

 

 


Καστοριά


Οι αφίσες, σε κάθε επιφάνεια της Δυτικής Μακεδονίας. Και σε κάθε τοίχο Καστοριανού στο Φέισμπουκ. Ναυτικός Όμιλος λοιπόν. Η δοξασμένη γωνιά της πόλης, που χρωματίζει τη μνήμη κάθε κατοίκου της πόλης που ξεπέρασε τα –άντα. Χώρος σπουδαίος, κατάλληλος για ένα από τα «βράδια του Σωκράτη». Και η πόλη ανταποκρίθηκε. Βασικά, για να λέω την αλήθεια, οι ιδιοκτήτες δεν προσπάθησαν να γεμίσουν τον Όμιλο. Το σχέδιο ήταν διαφορετικό. Να φτιάξουν μιαν αγκαλιά. Μια μεγάλη αγκαλιά από φωνακλάδες που ακολουθούν τα χείλη του Σωκράτη. 
Δεν έβλεπες πλακάκι.


Έβαλα σε λειτουργία το δημοσιογραφικό βύσμα. Η τελική θέση μας στη γιορτή φαίνεται στις φωτογραφίες. Ώρες, ώρες, μετράει να δηλώνεις δημοσιογράφος. Ώρες, ώρες.

 

 

 

 


Μάλαμας, γαμώ, Μάλαμας


Βγήκε στις 11 παρά. Φορτσάτος, να δεθεί γρήγορα, να γίνουμε φίλοι. Κι όσα διαλέγει να μας πει είναι οι λέξεις του. Η συζήτησή του μαζί μας, ο τρόπος του να προσεγγίζει. Την ψυχή σου την ίδια.


Κι ήταν άρρωστος. Μάλαμας με αναψυκτικό στα χέρια; Αταίριαστο. Το αλκοόλ, το σπούδασε. Μα οι μουσικές του τον μεθούν. Οι λέξεις του. Αυτές του Θανάση. Αυτές του Μίλτου Πασχαλίδη. Αυτές από τις Τρύπες. Αυτές του Μάρκου Βαμβακάρη. Του Ψαραντώνη.


Και σου λέει τα ‘σώψυχά του, δυνατά, να τα κερδίσεις. Να μείνουν μέσα σου, όσο το δυνατόν περισσότερο, μαζί με το βουητό του ήχου, την χροιά της φωνής του. Άρρωστος που μοιράζεται τις αρρώστιες του, να ελευθερώσουν τα λαιμό του. Και η εξομολόγηση είναι κλιμακωτή. Να δυναμώνει όσο περνά η ώρα. Να μάθουν όλοι εκεί γύρω, πως ο Σωκράτης λέει αλήθειες. Και στο τέλος, η αγκαλιά, είναι αληθινή εξίσου.
Είναι τρελλός, σας το λέω. Ναι, είναι σίγουρα τρελλός.

 

 


Όχι συνέντευξη, μόνο προφητείες.


«Όλα καλά;»
«Ναι, γίγαντα.»
«Περνάμε καλά;»
«Μη μου ανησυχείς.»
«Έχει πολύ κρύο εδώ απόψε πουλάκια μου…»


Αυτά ανταλλάξαμε. Ωστόσο, θα ‘θελα να μου ‘λεγε τις ιστορίες του.

 

 

 


Κι αν του μίλησα παραπάνω; Μα, μας τα είπε όλα… Κι αν τον ρωτούσα, αυτά θα μού ‘λεγε. Μα τα ‘γραψε πριν από μένα. Για την αλήθεια των ημερών μας: 


Ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις, εντολές και αντιρρήσεις,
αλλαγές στα ψηλά, ίδια συνταγή παιδιά…
Με κομμένα φτερά, με οράματα στημένα,
αφανείς οδηγούς, αδηφάγους σοβαρούς.

Αυταπάτες - μεγαλεία, και μια θηριώδη ανία,
μπερδεμένα μυαλά και λογαριασμοί φωτιά.
Με τα χρέη ψηλά, τη ψυχή στα κόκκινα,
οι λαγοί στο σακί, δούλοι τηλεοπτικοί.


Θίασος

 

 

 

Κάλλιο ζητιάνος παρά υπουργός,
ψεύτης για χάρη μιας μεγάλης λόξας,
στέκεις στην άκρη πάντα μοναχός,
σπρωξιά χρειάζεσαι στο βόθρο αυτής της δόξας.

 

 


Και οι ηθικές αξίες; Τι απέγιναν; Ποιους αφήσαμε να ορίζουν τη μοίρα μας;


Τράπεζες, βίντεο κι ασφάλειες ζωής,
οι καταθέσεις που τη φτώχεια σου ξορκίζουν,
σαν συνολάκι εορτών με δανεικά λεφτά,
την όμορφη ζωή σου να στολίζουν.

Θρέφεις τη νύχτα τα όνειρα του πρωινού,
και την καρδιά σου παραδίδεις στους αλήτες,
αν δεν τους μοιάσεις έχε κατά νου,
ήρωας αφανής με τους κοπρίτες.

Κάλλιο ζητιάνος παρά υπουργός,
ψεύτης για χάρη μιας μεγάλης λόξας,
στέκεις στην άκρη πάντα μοναχός,
σπρωξιά χρειάζεσαι στο βόθρο αυτής της δόξας.

Ό,τι σε σώνει είναι ο έρωτας,
εσύ ξεσκίζεσαι σαν πόρνη επί πιστώσει,
θα μοιραστείς την πτώση σου με μας,
ποια κατηφόρα θα σ' ελευθερώσει.

Επαναπαύσου σ' έτοιμη ζωή,
η τηλεόραση μας παίζει αυτό το έργο,
τι να σου πω για τούτη τη σκηνή,
την έχεις ζήσει πλέον μέσα κι έξω.

Αυτή η χαρά δε φτάνει μέχρι εδώ,
μην τυραννιέσαι άλλο γύρνα πίσω,
για ό,τι τραβάς ο φταίχτης είμαι εγώ,
εικόνα του εαυτού σου, ποιον να βρίσω.

Κάλλιο ζητιάνος παρά υπουργός,
ψεύτης για χάρη μιας μεγάλης λόξας,
πίνε στην άκρη πάντα μοναχός,
σπρωξιά χρειάζεσαι στο βόθρο αυτής της δόξας,
αυτής της δόξας.


Ζητιάνος παρά υπουργός

 

 

 


Και η Ελλάδα σήμερα; Από αυτήν, τι απέμεινε; Και μετά;


Αμπέλια και χρυσές ελιές
μοιάζεις Ελλάδα μου όπως θες
φωτιά κι αέρας, στο φως της μέρας.

Τη μια ευρωπαία στο κλαρί,
την άλλη αρχαία προτομή
Γιατί, γιατί;

Γύρνα και δείξε μου τον δρόμο σου ξανά
μάτια μου, κομμάτια μου
σαν γράμμα ατέλειωτο που έσβησε ο καιρός
μ' ονόματα και χρώματα.

Γυμνά τα δέντρα, τα κλαδιά
κι έχουν πετάξει μακριά
πουλιά κι αστέρια, σε ξένα χέρια.

Ετσι ήταν πάντα μου γελάς
παιδιά είμαστε της λησμονιάς
σ' ακούω χαμένος, σαν ζαλισμένος.

Στον ουρανό σου θέλω απόψε ν' ανεβώ,
να σε βρω.
Αγκάλιασέ με στο σκοτάδι σου να μπω,
μάγισσα, σ' αγάπησα.


Για την Ελλάδα

 

 

 

Ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις, εντολές και αντιρρήσεις,
αλλαγές στα ψηλά, ίδια συνταγή παιδιά…

 



Κι αν τον ρωτούσα για το μέλλον που θα ‘θελε, για τον τρόπο να κοιτάζει λίγο μπροστά απ’ το τώρα…


Πιάνω να ζωγραφίσω
τα παιδιά μες στην πλατεία,
σα να 'ταν όπως πρώτα
κι όπως θα 'θελα.

Άμα δεν είναι όπως τα θες
δεν έχεις λόγους κι αφορμές,
δεν κάνεις βήμα.
Όσα κοστίζουν μια δραχμή
γι' άλλους κοστίζουν μια ζωή.
Δεν είναι κρίμα; Δεν είναι κρίμα;



Τα παιδιά μες στην πλατεία


 

 


Αλμύρα στα χείλη σε λίμνη του γλυκού νερού μας άφησε. Περιμένω την επόμενη γιορτή. «Ρε Σωκράτη, τι λες τώρα, που θα παίζεις ως τις τέσσερις η ώρα…»