Youropia Flag


12 Μαρτίου 2012
Ειδήσεις
Κώστας Μπλιάτκας, Youropia
Δυο λέξεις προλάβαινα να του πετάξω, χείμαρρος ετούτος. Και το ‘χα πει. Οι συνεντεύξεις με δημοσιογράφους πρέπει να θεωρούνται παιχνίδια εκτός έδρας.

 
Στη Youropia, οι συνεντεύξεις μας είναι αλλιώς. Γιατί έτσι γουστάρουμε. Δεν τις δουλεύουμε, να διορθώσουμε τα στραβά, να κρύψουμε τα λαθεμένα, να σωπάσουμε τα φωνήεντα της σκέψης. Απλώς αραδιάζουμε τις λέξεις που μας έμειναν στ’ αυτιά ή στο αρχείο του κινητού. Προφορικός ο λόγος, να σας γεμίζει όπως μας γέμισε. 
Έτσι κι αυτός θα ‘ναι. Όμορφος σαν στις συζητήσεις των Ανθρώπων. Με τ’ άλφα κεφαλαίο, απ’ εκείνους που μιλούν για να σε χαστουκίσουν γλυκά και να αποκτήσεις τους ολόδικούς σου προβληματισμούς. Να ξυπνήσεις. Λίγο παραπάνω. 
Ο Κώστας Μπλιάτκας, Γενικός Διευθυντής της ΕΤ3, άραξε απέναντί μας, τον ταλαιπωρήσαμε και δεν σταμάτησε να μιλάει.
Λίγο ακόμη και θα έγραφα βιβλίο.  

 
Πως αρχίσαμε; 
Κάπως έτσι…
 
“Να σας πω ρε παιδί μου, για τη γενιά σας. Να σας πω πως το τυπωμένο χαρτί έγινε Διαδίκτυο…” 
 
 
Μακεδονία, Αγγελιοφόρος γιατί έκλεισαν; 
 
Ναι… Αυτό αφορά τις εταιρείες νομίζω. Συσσωρεύονται τα οικονομικά τους προβλήματα… Δεν μπορείς να προσδιορίσεις το μέλλον του χαρτιού. Να πεις πως σε 5 χρόνια… 
Μιλάω πολύ γενικά αλλά, δυστυχώς, έτσι πρέπει σ’ αυτές τις περιπτώσεις. 
Μάλλον πρέπει να αποφασίσουμε αν το Internet ό,τι ήταν ο Γουτεμβέργιος το 1500. Έτσι δεν είναι; Πρέπει ή ίσως, έπρεπε, να γίνουν κινήσεις προσαρμογής των εφημερίδων στα νέα δεδομένα. 
Στο Λονδίνο, παίρνοντας το μετρό, οι νέοι διαβάζουν την εφημερίδα τους. Στη διαδρομή των 20 – 30 λεπτών. Η εφημερίδα αντέχει στα χέρια τους. 
Στη δική μας γενιά, ήταν η εφημερίδα, ο καφές και τα τσιγάρα μας. Ήταν συνηθισμένο. Μου ‘λεγε ο μπαμπάς, «Κωστάκη, πάρε δυο δραχμές και φέρε μου τη Μακεδονία». Και τώρα, σ’ αυτή την εποχή, έπρεπε εσείς να συνεχίσετε να κρατάτε στα χέρια σας την εφημερίδα… Πάρα πολύ δύσκολο. 
 

 
 
Κι εμείς, τι να διαβάσουμε στην εφημερίδα; Το περιεχόμενό της, παραμένει αυτό των 20 χρόνων πίσω… Η δική μας άποψη δεν είναι εκεί μέσα. 
 
Αυτό είναι σημαντικό. Οφείλουμε να πούμε, μάγκες, για να αποδώσουμε τα του Καίσαρος, πως υπάρχουν εμπνευσμένοι άνθρωποι που γράφουν κείμενα. Υπάρχει η στιβαρή αρθρογραφία. Και τους απολαμβάνω. Είτε μεγάλωσαν, είτε είναι ακόμη στα ντουζένια τους. Αλλά η εφημερίδα δεν μπορεί να μείνει για τους σαραντάρηδες και πάνω… Πρέπει να τη μπολιάσει το νέο αίμα. 
Τώρα, οι δυνατές εφημερίδες… 
 
Είμαι περήφανος για τη δημοσιογραφική οικογένεια της Βορείου Ελλάδος. Τους άρεσε να βάζουν την υπογραφή τους σε κάτι δικό τους. Δεν μπορεί. Κοινή γνώμη. Τι είμαστε; Χυλός; Δεν μπορεί. Χυλός; Πρέπει εσύ να γράφεις κι εγώ να σε διαβάζω. Και να σου στέλνω ένα mail που να λέει «Αγόρι μου, δεν τα ‘γραψες καλά.»
 
Τις αγαπούσα. Για αρχή… τη «Θεσσαλονίκη». Δούλευα στο τμήμα Νέοι – Επιστήμη – Παιδεία, και είχα μαζί μου τον Παντελή το Σαββίδη, το Μιχάλη τον Αλεξανδρίδη, το Λάζαρο Χατζηνάκο και τον Δημήτρη Αραβαντινό. Καλύπταμε τους νέους. Πανεπιστήμια. Από την καθιέρωση του μονοτονικού και τη νέα δομή των Α.Ε.Ι., μέχρι τις επιστημονικές ανακαλύψεις, το γυναικείο κίνημα, τις κινητοποιήσεις των οικολόγων που ιδρύονταν, το αντιπυρηνικό, τα φεστιβάλ των νέων. Η μία σελίδα έγινα σύντομα δισέλιδο. Και μετά τέσσερις… 
Έπρεπε να σε θέλει η εποχή. 
 
 
Εντελώς όμως…  
 
Είχαν φουσκώσει τα νερά. Δεκαετία του ’60. Και τώρα είμαστε στην άμπωτη. Αφήσαμε στην απ’ έξω την παλίρροια. Υπήρχε μια διάθεση να μπει νέα πνοή στις σελίδες. Πένες. 
 

 
 
Και γιατί χάθηκε εντελώς; 
 
Θέλεις η οικονομική κρίση, θέλεις η επιβολή της αγοράς πάνω στην κοινωνία… Στεγνώσανε οι ψυχές. Και με το δίκιο τους. Όταν δεν ξέρεις αν θα έχεις μεροκάματο αύριο, τι προγραμματισμό να κάνεις; 
Πότε ακούσατε για τελευταία φορά το «Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός»; Σε ποια δουλειά να επενδύσεις; Κάποτε, ναι, υπήρχαν έξοδοι. Και ζητούσαν γνώσεις. Κι έτσι, οι γονείς σας, ξόδεψαν περιουσίες στις σπουδές σας. Η παραπαιδεία έγινε ισχυρή. Παράπλευρες λειτουργίες της παιδείας μας. 
Τώρα, έγινα απαισιόδοξος. 
Ναι, ένας κόσμος άνοιξε με την πληροφορική. Αλλά δεν έμαθα ακόμη αν ο ρυθμός απώλειας θέσεων εργασίας, αντισταθμίζεται με αυτές που φτιάχνει η βιώσιμη ανάπτυξη, η πράσινη ανάπτυξη και η ανάπτυξη της Πληροφορικής. 
Μια σειρά από δουλειές του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα, χάθηκε. 
Πίσω στο Λονδίνο, για ένα παράδειγμα που με συγκλόνισε. Μπήκα σε μάρκετ, κεντρικού δρόμου για να πάρω ένα χυμό για το βράδυ. Βγαίνοντας, διαπίστωσα πως δεν υπήρχαν κοπέλες στα ταμεία. Οι έξοδοι του μάρκετ όμως, ήταν καμιά τριανταριά. Ρώτησα: 
Τι έγινε ρε παιδιά; 
Με κατεύθυναν στο μηχάνημα… Πήγαινες, περνούσες το bar code, διάβαζε την τιμή, την προσέθετε, σου ‘βγαζε έναν αριθμό, το bar code έσβηνε για το συναγερμό, εισήγαγες το χαρτονόμισμα των 20 πάουντς, σου ‘δινε τα ρέστα και έφευγες. 
Εκείνη την ώρα, η απολυμένη κοπέλα που λέγεται Νέλυ Ρόλλινσον, ή Σάλυ Άνταμς, μεταξύ 30 και 55 συνήθως, πείτε μου ποια πόρτα θα χτυπήσει; Ποια ακριβώς δουλειά θα κάνει; 
Είμαι υπέρ της προόδου. Η εποχή μας, είναι αυτή του ipad, του i-something, του i-everything των e-services, και τα λοιπά. 
Η πενία τέχνες κατεργάζεται πλέον… 
Θα γίνουμε αγρότες. Και εγώ από αγροτική παραγωγή κατάγομαι. 
 

 
«Θέλεις η οικονομική κρίση, θέλεις η επιβολή της αγοράς πάνω στην κοινωνία… Στεγνώσανε οι ψυχές. Και με το δίκιο τους. Όταν δεν ξέρεις αν θα έχεις μεροκάματο αύριο, τι προγραμματισμό να κάνεις;» 
 
 
Είναι κακό αυτό;
 
Φυσικά και δεν είναι κακό. Ωραιότατο. Να δημιουργηθούν και νέοι συνεταιρισμοί, με όραμα, να παράξουν προϊόντα και να μπουν με τη σειρά τους στον ανταγωνισμό. Αλλά δεν μπορείς να πας απλά σε μια κοινωνία, μόνο με αγρότες! Από μια κοινωνία χωρίς κανέναν αγρότη, που έχει ερημωθεί η ύπαιθρος, μετά τον εμφύλιο, το ‘60. Την άφησαν την ύπαιθρο. Ή για τη Γερμανία, ή για τα αστικά κέντρα. Για να γίνουν τι; Πωλήτρια, θυρωρός, κλητήρας, σερβιτόρος, να δουλέψουν σε υπουργείο, να ανοίξουν σουβλατζίδικο, να γίνουν υπάλληλοι σε βιοτεχνία. 
Τώρα τι; Ποιες υπηρεσίες όταν έχεις κρίση; Ποιες βιοτεχνίες όταν έχεις κρίση; Είμαι σκεπτικιστής. Για το πώς θα διαμορφωθεί το τοπίο εργασίας για τη γενιά σας. 
 
 
Κι αν εμείς το βλέπουμε πια ως ζήτημα ποιότητας ζωής; Το να έχεις εδώ το σουβλατζίδικό σου, ποιο το νόημα; Και να μην επιλέξεις εκ των προτέρων μια φάρμα, με τους χρόνους σου, τη φύση, τον έλεγχο της ζωής σου; 
 
Αρκεί να το επιθυμείς… 
 
 
Ακριβώς. Αλλά, με ελκύει πλέον ο άδειος δρόμος, οι προσφορές «τρέξτε», τα κλειστά καταστήματα; Γιατί να μην επιλέξω έναν διαφορετικό τρόπο ζωής; 
 
Στο χωράφι, και αυτές τις ιστορίες πρέπει να τις έχετε απλώς ακούσει, ο αγρότης, έπρεπε να λειτουργήσει χωρίς μηχανήματα. Να οργώσει, να κλαδέψει, να ποτίσει. Έφτανε εκεί μ’ ένα άλογο. Τα πράγματα έχουν αλλάξει με την προσθήκη υπερσύγχρονων μηχανημάτων. Αν θες να γίνεις τώρα αγρότης, μιλάμε για άλλα μεγέθη… Άλλη επιστήμη, «άλλη» γεωπονία, νέα προϊόντα. 
Εμένα, ωστόσο, με συγκινεί. 
Όπως και να ‘χει, δεν είναι καλύτερα να σηκώνεσαι το πρωί και να βλέπεις την ανατολή του ηλίου, να βλέπεις πράσινο, ν’ ανοίγει η καρδιά σου; Είναι όμορφη η εικόνα να βλέπεις τον πιτσιρίκο να τρώει ψωμί, ντομάτα και τυρί στο δρόμο από το σκουπιδαριό των φαστ φουντ… 
 
Προέρχομαι από το ρεπορτάζ της νεολαίας. Με το ένα πόδι μου, αρνούμαι να γεράσω. Τους πιστεύω τους νέους. Και είσαι καταδικασμένος να πεθάνεις, έστω και δημοσιογραφικά, όταν παράγεις δίχως ισχυρή δοσολογία νέων στο μέσο ενημέρωσης. Άλλη θέαση. Την φρέσκια. Την καινούρια. Μακάρι να μπορούσα να το κάνω εγώ. Αλλά δεν θα γίνω νέος ξανά. 
Μακάρι. 
Για να έχεις τη νέα θέαση, το νέο ρεπορτάζ, πρέπει να έχεις νέους. Δεν γίνεται δι’ αντιπροσώπων. 
 
«…Πήγαινες, περνούσες το bar code, διάβαζε την τιμή, την προσέθετε, σου ‘βγαζε έναν αριθμό, το bar code έσβηνε για το συναγερμό, εισήγαγες το χαρτονόμισμα των 20 πάουντς, σου ‘δινε τα ρέστα κι έφευγες. 
Εκείνη την ώρα, η απολυμένη κοπέλα που λέγεται Νέλυ Ρόλλινσον, ή Σάλυ Άνταμς, μεταξύ 30 και 55 συνήθως, πείτε μου ποια πόρτα θα χτυπήσει; Ποια ακριβώς δουλειά θα κάνει; 
Η εποχή μας, είναι αυτή του ipad, του i-something, του i-everything των e-services, και τα λοιπά.»
 
 
Θα υπάρξει ξανά εφημερίδα εδώ;  
 
Φυσικά. 
 
 
Ποιά;
 
Δεν ξέρω ποια. Καινούρια. Στη διάρκεια της ζωής μας νεκρανασταινόμαστε πολλές φορές. Επιστρέφουμε σε λούκια που τραβήξαμε. Χάσαμε τον εαυτό μας σε αναζητήσεις που δεν πιάσανε. 
Η ισχυρή παράδοση του Τύπου στη Θεσσαλονίκη, άντεξε τα πάντα. 
Είμαι περήφανος για τη δημοσιογραφική οικογένεια της Βορείου Ελλάδος. Τους άρεσε να βάζουν την υπογραφή τους σε κάτι δικό τους. Δεν μπορεί. Κοινή γνώμη. Τι είμαστε; Χυλός; Δεν μπορεί. Χυλός; Πρέπει εσύ να γράφεις κι εγώ να σε διαβάζω. Και να σου στέλνω ένα mail που να λέει «Αγόρι μου, δεν τα ‘γραψες καλά.» 
 

 
«Είχαν φουσκώσει τα νερά. Δεκαετία του ’60. Και τώρα είμαστε στην άμπωτη. Αφήσαμε στην απ’ έξω την παλίρροια.» 
 
 
Από το internet τι περιμένετε; Και σε τοπικό επίπεδο; Τι να εκφράσει; 
 
Είναι ένας κόσμος δίχως ύλη. Χωρίς φυλακή στη σκέψη. Είναι ελεύθερος κόσμος. Ατίθασος. Χωρίς λογοκρισία. 
Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω. Η ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώθηκε στην πράξη. Όσο κι αν κάποιος θέλει να μην παρέχει πρόσβαση. Είναι μάχη χαμένη από τ’ αποδυτήρια. 
Στις Ηνωμένες Πολιτείες κάποιος είπε πως μπαίνουμε σε μια εποχή που υπάρχει τόση διάχυση πληροφοριών, ιδεών, που δύσκολα θα ξαναπληρωθούν αυτές οι ιδέες. Πάμε σε μια εποχή που δεν θα πληρώνεται η δημοσιογραφία. Θα είναι… «διάχυτη». Κτήμα του δημοσίου «πιστεύω».  
Ελπίζω πως δεν θα γίνει αυτό. Η είδηση, πάντα θα είναι πανάκριβη στην αξία της. Όχι σε χρήμα. Σε αξία. Και πάντα πανάκριβη. 
Και κάποιος θα πρέπει να την καταγράφει. Να φτιάχνει το σενάριό της. 
Τα απωθημένα μου είναι κάτι διαφορετικό. Αν σηκωθείς από τον καναπέ σου και κάνεις ένα καλό ρεπορτάζ, αυτό το ρεπορτάζ πληρώνεται. 
 
 
Και η γενιά μας, που θα μάθει να το κάνει; 
 
Η γενιά μου έμαθε πάνω στο αντιμόνιο, δίπλα σε καταξιωμένους δημοσιογράφους. Χωρίς δασκάλους και σχολές. Είχα κι έναν καλό καθηγητή στα Αρχαία. Είχα μάθει λοιπόν τα ρήματα εις –μι… 
 
 
Η γενιά σας. Η δική μας, που; 
 
Εξαιρετική επισήμανση… 
Αλλά συνεχίζω να πιστεύω πως δεν αλλάζουν οι καιροί. Όταν κάποιος έχει τη σπίθα, όταν θέλει να τον διαβάσουν, όταν έχει μια φυσική περιέργεια, όταν είναι part of the game, όταν είναι Δημοσιογράφος, δεν πιστεύω πως θα πάει χαμένος. 
Και ίσως να είναι πολύ πιο χρήσιμος από τα προηγούμενα χρόνια… 
 
 
«Όπως και να ‘χει, δεν είναι καλύτερα να σηκώνεσαι το πρωί και να βλέπεις την ανατολή του ηλίου, να βλέπεις πράσινο, ν’ ανοίγει η καρδιά σου; Είναι όμορφη η εικόνα να βλέπεις τον πιτσιρίκο να τρώει ψωμί, ντομάτα και τυρί στο δρόμο.»